Το Άκαμπτο Στίγμα των Ψυχικά Ασθενών στην Ελλάδα

«Παίζεις πινγκ – πονγκ;» με ρώτησε όταν πρωτομπήκα. Σκέφτηκα ότι ο χρόνος του ρεπορτάζ είναι πάντα περιορισμένος και αυστηρά οριοθετημένος αλλά στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας ο χρόνος μετράει διαφορετικά και προσπαθεί να απορροφήσει τους αγχωτικούς ρυθμούς της υπόλοιπης πόλης. Η αλήθεια είναι ότι είχα περίπου 15 χρόνια να πιάσω ρακέτα και ο Θοδωρής πήρε άνετα το σετ. Μετά έπιασε την κιθάρα, ξέρει αμέτρητα ακόρντα κι έχει γράψει περίπου 90 τραγούδια δικά του. Σε άλλες συνθήκες θα δούλευε ως μουσικός και θα μπορούσε να ζει αξιοπρεπώς απ’ αυτό. Σ’ αυτές τις συνθήκες δε δουλεύει. Τον ακολουθεί το στίγμα της νοσηλείας σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Το πιο ριζωμένο και άκαμπτο στίγμα ίσως στην ελληνική κοινωνία. Τις μέρες που πέρασα στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγίων Αναργύρων ξανάφερα στο νου μου αυτά που μας μάθαιναν στο Πανεπιστήμιο για τις θεωρίες του Franco Basaglia: «Η τρέλα -έλεγε- είναι μια ανθρώπινη κατάσταση. Μέσα μας η τρέλα είναι παρούσα, όπως και ο λόγος. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία για να λέγεται πολιτισμένη, θα πρέπει να αποδέχεται τόσο το λόγο, όσο και την τρέλα. Αντίθετα όμως επιφορτίζει μια επιστήμη, την ψυχιατρική, να μεταφράζει την τρέλα σε αρρώστια με σκοπό να την εξαφανίσει. Ο λόγος της ύπαρξης του ψυχιατρείου είναι ακριβώς αυτό».

Ο Franco Basaglia εφάρμοσε το μεγαλύτερο πρόγραμμα Κοινοτικής Ψυχιατρικής στην Τεργέστη, όπου οι θεραπευόμενοι ζούσαν στην κοινότητα και ανέπτυσσαν δραστηριότητες ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες τους. Εντάχθηκαν ακόμα και στο θεσμό της λαϊκής κατοικίας με αποτέλεσμα πάνω από τους μισούς να έχουν ένα δικό τους σπίτι να μένουν. Την ίδια εποχή η Ελλάδα διασυρόταν διεθνώς για τους τρόπους μεταχείρισης όσων χαρακτηρίστηκαν ως «ψυχικά ασθενείς». Είναι αυτό που κωδικοποιήθηκε αργότερα ως η «ντροπή» της Λέρου μετά το αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ του BBC. Φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από το πρόγραμμα Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης. Το βήμα της παρέμεινε μετέωρο. Ο εγκλεισμός και τα ψυχοφάρμακα εξακολουθούν να έχουν την πρωτοκαθεδρία στην αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου. Ούτε καν η Λέρος δεν έκλεισε. Στο χώρο που προβλέφθηκε το 1957 να λειτουργήσει ως «αποικία ψυχασθενών» παραμένουν ακόμα 230 υπέργηροι ασθενείς στα κρεβάτια τους. Κυρίως δεν άλλαξε η συλλογική συνείδηση, η οποία είναι βαθιά στοιχειωμένη από μια αυστηρή ταξινόμηση, όπου ότι αποκλίνει από το «κανονικό» εξωθείται στη σφαίρα του «παθολογικού» και άρα «επικίνδυνου» και «ανίκανου».

Η Β.Τ. νόσησε πρώτη φορά το 1993. Αυτό δεν την εμπόδισε να πάρει πτυχίo ιατρικής, να κάνει δύο αγροτικά και να τελειώσει την ειδικότητα της. Την εμπόδισε όμως να διοριστεί στο Δημόσιο ως γιατρός. Το να έχεις χαρτί νοσηλείας σε ψυχιατρικό ίδρυμα είναι σα να έχεις «κίτρινο χαρτί», όπως λέει. «Το στίγμα σε ακολουθεί πάντα. Ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα αναγκάζεσαι να το κρύβεις γιατί κινδυνεύεις με απόλυση. Σε καμία δουλειά δεν ανέφερα τίποτα. Έτσι αναγκάζεσαι να δεχτείς πιεστικές συνθήκες εργασίας που ενδέχεται να σε επιβαρύνουν. Όλοι εμείς μπορούσαμε να εργαστούμε. Δε χρειάζεται να περνάμε εδώ μέσα το χρόνο μας. Η εργασία είναι θεραπευτική από μόνη της. Υπάρχει κατάχρηση στη φαρμακευτική αγωγή. Αν εγώ κάνω μία υποτροπή στα 20 χρόνια, δε γίνεται να παίρνω φάρμακα συνέχεια για να μη κάνω υποτροπή στα επόμενα 20. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι φαινόμαστε απεριποίητοι είναι από τις παρενέργειες των φαρμάκων. Επηρεάζουν το μεταβολικό σύνδρομο. Δεν είναι τυχαίο που είμαστε οι περισσότεροι παχύσαρκοι. Εμένα που με βλέπεις έτσι, κάνω δίαιτα ένα χρόνο μόνο με μαρούλια. Επηρεάζουν τη λίμπιντο, την υπνηλία, τα πάντα. Οι περισσότεροι δεν έχουμε παιδιά, ενώ θα μπορούσαμε με κατάλληλη φροντίδα να είχαμε κάνει».

Στην Ελλάδα σε αντίθεση με ότι ισχύει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό των ακούσιων εγκλεισμών είναι ιδιαίτερα ψηλό και φτάνει το 60%. Αυτό σ’ ένα βαθμό οφείλεται στην έλλειψη δομών ψυχικής υγείας που θα μπορούσε να απευθυνθεί άμεσα ο ψυχικά ασθενής και να προληφθεί ο εγκλεισμός. Ούτε καν η τομεοποίηση των υπηρεσιών δεν έχει προχωρήσει. Η μοναδική συνάρτηση που υπάρχει είναι με την ψυχιατρική μονάδα που θα τύχει να εφημερεύει. Ο δεύτερος λόγος είναι η προκατάληψη και η άγνοια που επικρατεί συχνά στα οικογενειακά περιβάλλοντα. «Στην ακούσια νοσηλεία η συμπεριφορά από την Αστυνομία είναι πολύ άσχημη. Σου βάζουν χειροπέδες και σε κλείνουν στο κρατητήριο για ώρες, χωρίς να σου επιτρέπεται ούτε τουαλέτα να πας. Κι εσύ μπορεί να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Αν αντιδράσεις για τις χειροπέδες, τρως και ξύλο. Εμένα μου στραμπούλιξαν το χέρι την τελευταία φορά. Θα έπρεπε να υπάρχει έστω ένας ψυχολόγος μαζί τους. Όχι να σου βάζουν χειροπέδες λες κι είσαι κοινός εγκληματίας. Παραβιάζεται και το νομικό πλαίσιο της ακούσιας νοσηλείας που προβλέπει ότι καταθέτεις κι εσύ. Κανείς δεν καταθέτει, γιατί απλά ο ψυχίατρος στέλνει ψέματα ότι δεν είσαι σε θέση να καταθέσεις. Το προσωπικό στα ψυχιατρεία είναι καλύτερα εκπαιδευμένο από παλιά. Υπάρχουν ακόμα μηχανικές καθηλώσεις. Τουλάχιστον όμως δε σε δέρνουν. Παλιά οι νοσηλευτές έδιναν σφαλιάρες για πλάκα», μου εξηγεί.

Τη γνώρισα στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αγίων Αναργύρων, ένα από τα ελάχιστα που υπάρχουν και λειτουργεί από το 2000, παρά το γεγονός ότι το σχετικό ΦΕΚ είχε εκδοθεί από το 1985. Είναι διασυνδεδεμένο με το 9ο τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου με στόχο την άμεση πρόσβαση των κατοίκων στην υπηρεσία στη βάση της επικοινωνίας. Έχει περίπου 9000 επισκέψεις το χρόνο, ενώ πραγματοποιούνται και επισκέψεις κατ’ οίκον. Οι θεραπευόμενοι εδώ μοιράζονται μια εμπειρία συλλογικής έκφρασης και υποστήριξης μακριά από τις κλειδωμένες πόρτες και τα δεσίματα στο κρεβάτι. Βρίσκουν ένα παράθυρο δημιουργίας. Οι τοίχοι στην Κοινωνική Λέσχη που βρίσκεται στο ισόγειο είναι γεμάτοι πίνακες που έφτιαξαν πρώην ασθενείς. Ένα κομμάτι αυτού που κατηγοριοποιείται στο DSM ως ψυχοπαθολογία είναι η ανακάλυψη κρυμμένων νοημάτων. Οι θεραπευτές μου διηγούνται μια ιστορία για έναν ψυχωσικό ασθενή που είχε την τάση να αντιστρέφει τις λέξεις. Απ’ αυτόν έμαθαν ότι αν αντιστρέψεις τη λέξη «τρέλα» προκύπτει η λέξη «alert». Έχουν μια ομάδα συλλογικής εκπροσώπησης, φτιάχνουν ένα εφημεριδάκι, μαγειρεύουν και πάνε εκδρομές όλοι μαζί.

«Εδώ στο Κέντρο είναι η πραγματική μου οικογένεια. Στο σπίτι μου νιώθω ξένο σώμα» μου λέει ο Σταύρος, 29 ετών. «Στα 18 μου με πίεσαν οι γονείς μου να πάρω χάπια. Εγώ θεωρώ ότι απλώς προσπαθούσα να έρθω σε επαφή με τον εσωτερικό μου κόσμο. Αυτοί το πήραν βαριά. Τα χάπια με μπλόκαραν στην κοινωνική έκφραση. Πήγα στη Μυτιλήνη να σπουδάσω Κοινωνική Ανθρωπολογία. Εκεί νοσηλεύτηκα για πρώτη φορά ακούσια στο ψυχιατρείο Μυτιλήνης. Ήταν τόσο μικρός ο χώρος που δε βγαίναμε έξω. Δε βλέπαμε το φως του ήλιου. Το 2012 ξανανοσηλεύτηκα στο Δαφνί, πάλι ακούσια. Αυτός είναι ο πολιτισμός; Όταν έχεις ένα χαρακτηριστικό που ξεφεύγει από το μέσο όρο να σε κλείνουν μέσα; Στο ψυχιατρείο είδα παιδιά που ήταν εκεί εγκαταλελειμμένα για χρόνια. Αυτοί που παίρνουν ναρκωτικά έχουν τουλάχιστον ως αντάλλαγμα κάποια ευτυχισμένα όνειρα. Τα ψυχοφάρμακα είναι ναρκωτικά χωρίς όνειρα». Ο Γ.Δ. είναι 59 ετών, χωρισμένος με δύο παιδιά. Νοσηλεύτηκε το 1974 στο Αιγηνίτειο. Όση ώρα μου διηγείται την ιστορία του, υγραίνουν τα μάτια του από τα δάκρυα που προσπαθεί να συγκρατήσει με συστολή απέναντι μας. «Είχα έναν πατέρα πολύ αυστηρό αλλά αλκοολικό που με χτυπούσε πολύ βαριά. Δε μπορούσα να αντιδράσω απέναντι του και στρεφόμουν ενάντια στον εαυτό μου. Ήταν πολύ άσχημη η κατάσταση κατά τη διάρκεια της νοσηλείας. Είχα μεγάλες παρενέργειες από τα ψυχοφάρμακα. Δε μπορούσα να σηκώσω το χέρι μου να φάω. Κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη κι έκλαιγα. Μας φορούσαν κάτι ριγέ πιτζάμες τότε. Μας έβγαζαν έξω για βόλτα και μας έδειχναν με το δάχτυλο. Ούτε απ’ έξω δε θέλω να ξαναπεράσω. Είμαι περήφανος που τα κατάφερα να μη νοσηλευτώ ξανά. Παίρνω όμως φαρμακευτική αγωγή εφ’ όρου ζωής. Δούλεψα σε εργοστάσια, στο δασαρχείο και δεν τους έλεγα ότι είχα νοσηλευτεί γιατί θα μ’ έδιωχναν. Τα παιδιά μου από μωρά δεν τα άφησα. Στο γάμο της κόρης μου είχα μαζέψει 17.000 ευρώ και της έκανα δώρο ηλεκτρικές συσκευές. Τώρα στεναχωριέμαι που δε μπορώ να τα βοηθήσω γιατί είναι άνεργα. Εγώ παίρνω 626 ευρώ το δίμηνο από την πρόνοια. Το κράτος όμως πρέπει να βοηθήσει τα νέα παιδιά που έχουν πρόβλημα να βρουν εργασία. Έτσι ξεχνιέσαι και βρίσκεις την υγεία σου».

Με δεδομένο ότι το κράτος δεν έχει μεριμνήσει για την επανένταξη τους και είναι πολύ δύσκολο να βρουν δουλειά, αρκετοί αναγκάζονται να μένουν με τους γονείς τους και να ζουν σ’ ένα στρεσογόνο περιβάλλον. Για κάποιους το μοναδικό εισόδημα είναι η σύνταξη αναπηρίας που παίρνουν. Με την αυστηροποίηση όμως των κριτηρίων και τις περικοπές που εφαρμόζονται, εγκλωβίζονται για μήνες στις ουρές στα ΚΕΠΑ. Το βασικό τους άγχος είναι μήπως χάσουν αυτή τη μοναδική πηγή εισοδήματος. Μέχρι να επιβεβαιωθεί το ποσοστό αναπηρίας δεν καλύπτονται οικονομικά για τα φάρμακα τους και τα υπόλοιπα προσωπικά έξοδα. Ενώ έχει νομοθετηθεί χωρίς να υλοποιείται μέχρι στιγμής το μέτρο της παρακράτησης υψηλού ποσοστού επί της σύνταξης των ψυχικά πασχόντων που φιλοξενούνται σε δομές «Εγώ ζω μόνος μου. Δε γίνεται να μου κόψουν αυτό το ελάχιστο ποσό. Πέρσι στα ΚΕΠΑ περιμέναμε ένα χρόνο. Έκανα δύο υποτροπές. Δανείζαμε ο ένας τον άλλον. Μας είχαν κόψει το ρεύμα στο σπίτι μας και τρώγαμε από τα συσσίτια», προσθέτει ο Β.

Με τη βαριά και σκοτεινή κληρονομιά του ρόλου που έπαιξε η ψυχιατρική στην προ – ναζιστική Γερμανία, όπου οι «ανίατοι» χαρακτηρίστηκαν ως «άδειες ανθρώπινες φλούδες», η σύγχρονη ψυχιατρική προσέγγιση παραμένει επικεντρωμένη στο βιολογικό ανταγωγισμό και την απολυτοποίηση του γονιδιώματος. Προσλαμβάνει την ψυχική ασθένεια ως εντελώς εξατομικευμένο ζήτημα αποσυνδεδεμένο από κοινωνικές παραμέτρους και τροφοδοτεί την κουλτούρα του «περιττού». Πρόκειται για μια κατηγορία ευάλωτου πληθυσμού που διαρκώς διευρύνεται σε συνθήκες κρίσης, αφού όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλούνται να συλλάβουν τη ζωή τους εν μέσω «απουσίας μέλλοντος». Σ’ αυτό το πλαίσιο, ενώ τα αιτήματα για ψυχική συνδρομή πολλαπλασιάζονται, οι δομές ψυχικής υγείας συρρικνώνονται. Η κυβέρνηση δρομολογεί την υλοποίηση του συμφώνου Λυκουρέτζου – Αντόρ που προβλέπει το κλείσιμο των 3 μεγάλων ψυχιατρείων (Δαφνί, Δρομοκαΐτειο, Θεσσαλονίκης), τη στιγμή που αυτά μαζί με τους ψυχιατρικούς τομείς των Γενικών Νοσοκομείων εμφανίζουν πληρότητα σε οξέα περιστατικά 140%. Το κλείσιμο των ψυχιατρείων, όμως, που αποτελούσε πάγιο αίτημα των κινημάτων για επιστροφή στην κοινότητα δε συνοδεύεται από την ανάπτυξη εναλλακτικών δομών. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πλειοψηφία των ψυχικά ασθενών θα καταλήξει στο δρόμο και μόνο όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα θα καταφύγουν στις συχνά αναξιόπιστες ιδιωτικές κλινικές.

«Στην Ελλάδα ο άξονας της νοσηλείας είναι ο εγκλεισμός στα ψυχιατρικά ιδρύματα. Η ψυχιατρική κοινότητα δυστυχώς θεωρεί κανόνα την καθήλωση. Ο ψυχίατρος συχνά χωρίς να είναι καν παρών, παίρνει τηλέφωνο και λέει να δεθεί ο ασθενής. Οι περικοπές έκαναν ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση. Από το 2010 δεν έχει γίνει καμία πρόσληψη. Οι βάρδιες βγαίνουν με το ζόρι. Φαντάσου αν είναι ένας νοσηλευτής και έχει 10 ανήσυχους ασθενείς, αν θα κάτσει να μιλήσει μαζί τους ή απλά θα κλειδώσει τις πόρτες. Ο προϋπολογισμός έχει πέσει από τα 22 δις στα 13. Οι περικοπές έγιναν ακόμα και στα φάρμακα. Μας πιέζουν να χρησιμοποιούμε φθηνα φάρμακα. Οι ξενώνες και τα οικοτροφεία έχουν γεμίσει και υπάρχει κίνδυνος να βρεθεί κόσμος στο δρόμο μετά το εξιτήριο, αν δεν υπάρχει οικογενειακό περιβάλλον να τον υποδεχτεί. Πολύ σοβαρό πρόβλημα είναι οι ανασφάλιστοι. Πολλές φορές παρατείνεται η νοσηλεία ενός ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητο, μόνο και μόνο για να έχει τα φάρμακα του. Εμείς ζητάγαμε μια ζωή να κλείσουν τα ψυχιατρεία ως κατασταλτικοί μηχανισμοί. Τώρα θέλουν να τα κλείσουν, χωρίς καμία πρόνοια, να πετάξουν τους ανθρώπους στο δρόμο. Για να ξεπεράσουμε το άσυλο, πρέπει να φτιάξουμε εναλλακτικές υπηρεσίες στην κοινότητα. Να πετύχουμε την αποστιγματοποίηση που εξαρτάται από το πόσο ανοιχτή μπορεί να είναι μια κοινωνία στο διαφορετικό», υποστηρίζει ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, διευθυντής στο 9ο ψυχιατρικό τμήμα στο Δαφνί και επικεφαλής στο ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων.

Δεν ξέρω αν στις μέρες μας της γενικευμένης επισφάλειας και ανατροπής των προγραμματισμών, η ίδια η κοινωνία είναι πιο έτοιμη από την ψυχιατρική επιστήμη να αποδεχτεί ότι το πέρασμα στην πλευρά του «μη κανονικού» δεν είναι τελικά τόσο δύσκολο, ούτε αφορά κάποιους άλλους. Θα έπρεπε, όμως σίγουρα, και η Πολιτεία να αποδείξει ότι αυτό το πέρασμα έχει και την αντίθετη φορά: Την επιστροφή στην κοινωνία.

Κρατώ για το τέλος την ιστορία του Δημήτρη, 42 ετών. Πριν από το 2002 εργαζόταν στη δική του επιχείρηση, ζούσε με τη γυναίκα του, γυμναζόταν, διασκέδαζε. Σήμερα τα χέρια του είναι χαραγμένα από τις απόπειρες αυτοκτονίας. Από το 2002 έκανε πέντε χειρουργεία ανοιχτής καρδίας εξαιτίας ενός σπάνιου συνδρόμου που είχε (σύνδρομο Marfan). Τα χειρουργεία τα άντεξε. Αυτό που τον ζόρισε ήταν η απομόνωση και ο ρατσισμός που βίωσε «Ανοίγεις τα μάτια σου μια μέρα και αλλάζει η ζωή σου. Ξαφνικά καθηλώνεσαι με τον εαυτό σου και τις σκέψεις σου. Έφυγε η γυναίκα μου, οι φίλοι μου. Εγώ δεν έχω αλλάξει ως Δημήτρης, το κορμί μου έχει αλλάξει. Πήγα να κάνω έρωτα μια φορά με μια κοπέλα, μόλις έβγαλα τη μπλούζα μου και είδε την τομή, ντύθηκε κι έφυγε. Στην παραλία το ίδιο, έβγαλα τη μπλούζα μου και με κοιτούσαν όλοι. Μου έκαναν παρατήρηση ότι τρόμαξα ένα παιδάκι. Ήθελα να πάω όσο πιο βαθιά γίνεται και να πνιγώ. Έκανα απόπειρες αυτοκτονίας, νοσηλεύτηκα και τώρα έρχομαι εδώ. Τουλάχιστον εδώ δεν έχει ρατσισμό». Τον ρωτάω αν τον πειράζει να φωτογραφηθεί χωρίς να φαίνεται το πρόσωπο του. «Τραβήξτε και το πρόσωπο – λέει – δε με πειράζει. Γιατί να κρυφτώ; Εγώ έχω ανάγκη να αγαπήσω και να προσφέρω». Και τραβήξαμε ένα βλέμμα που δείχνει ότι η ομορφιά των ανθρώπων είναι κάτι πολύ παραπάνω από τα κριτήρια αισθητικής ή τους  δείκτες παραγωγικότητας. Είναι να πέφτεις και να σηκώνεσαι.

 

Άρθρο της Μαρίας Λουκά, το είδαμε στο www.vice.com εδώ