Μετά και τον Βαγγέλη, να σταματούσαμε λέει τα άρθρα, να αρχίζαμε τα ρήματα…

Η είδηση ότι ο 20χρονος σπουδαστής Βαγγέλης Γιακουμάκης βρέθηκε τελικά νεκρός, δολοφονημένος είτε έτσι είτε αλλιώς, από κανονικά – σε αντίθεση με αυτόν-ανθρωποτέρατα, κοντά στη σχολή του δεν άφησε ασυγκίνητο και απαθή κανένα μέσο μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης. Οι συνήθεις αρθρογράφοι έσπευσαν να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους, καταγγέλλοντας εύστοχα οι περισσότεροι τη μοχθηρή, μισάνθρωπη, φασιστική-άρα και δολοφονική- νοοτροπία που κυριαρχεί στην κοινωνία μας και κληρονομείται κι αυτή – μέσω της διαπαιδαγώγησης – μαζί με άλλες σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Οι αναγνώστες έσπευσαν με τη σειρά τους να αναπαραγάγουν τα άρθρα και να εκφράσουν το θυμό τους μέσα από συμπυκνωμένα, επίσης εύστοχα, σχόλιά τους.

Η διαδικτυακή κοινότητα πράττει, καθώς πρέπει, και πάλι το χρέος της. Ο φορτισμένος συναισθηματικά λόγος της συνοδεύει τη φυγή του Βαγγέλη και ο θυμός της αναδεικνύει την ανθρωπιά της, τον κοινωνικό ρόλο της αλλά και την πολιτική, ορθά καταγγελτική, ανάλυσή της.

Σιωπώ, δεν γράφω, δεν σχολιάζω… νιώθω μόνο… και συνεχίζω το πρόγραμμά μου. Βγαίνω έξω για ένα προγραμματισμένο ραντεβού. Παίρνω τον ηλεκτρικό από τα Πατήσια με κατεύθυνση την Καλλιθέα. Κι ενώ η οθόνη μέσα βούλιαζε, το πλήθος έξω δεν σαλεύει..Στο δρόμο είναι όλα κανονικά, ήσυχα. Οι άντρες που κατά χιλιάδες βγαίνουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν όταν η ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζουν αδικείται, δεν βρίσκουν τώρα λόγο. Οι εργαζόμενοι που κατεβαίνουν στο δρόμο όταν οι μισθοί τους πλήττονται, δεν βρίσκουν τώρα λόγο. Οι πολιτικές πρωτοπορίες που κατεβαίνουν στο δρόμο για να συγκρουστούν με το εκάστοτε ταξικό κατεστημένο, δεν βρίσκουν τώρα το λόγο. Οι ομοφυλόφιλοι που κατεβαίνουν στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν για το συντηρητισμό που τους επιβάλλει ανελευθερία, δεν βρίσκουν τώρα το λόγο. Οι νοικοκυραίοι και οικογενειάρχες που βγαίνουν στο δρόμο να διαμαρτυρηθούν για τους πεινασμένους ξένους που απειλούν τις φιλήσυχες γειτονιές τους με εγκληματικότητα, δεν βρίσκουν τώρα το λόγο.

Πηγαίνοντας, μέσα στο τρένο, όταν ένας ηλικιωμένος άντρας αντέδρασε, λέγοντας γαϊδούρι και βρωμιάρη έναν άλλον νέο άντρα επειδή γαύγισε το σκυλί που είχε δεμένο μαζί του, κανένας δεν μίλησε, όλοι συνέχισαν να κοιτούν το κενό, σαν να μην άκουγαν. Γυρνώντας, πάλι στο τρένο, όταν ένα ζευγάρι ερωτευμένων γέλασε επιδεικτικά και κοροϊδευτικά, ακούγοντας μια γυναίκα με «περίεργη» συρτή και τσιριχτή φωνή να λέει τον πόνο της και να πουλάει στυλό, κανένας δεν αντέδρασε θεωρώντας πως δεν τον αφορά, εξάλλου δεν κορόιδευαν αυτόν και όπως και να το κάνουμε η «ζητιάνα» ήταν και κακόφωνη.

Πίσω στο σπίτι… η οθόνη και πάλι βουλιάζει. Από θυμό κι από θλίψη. Έκρηξη λόγου. Ύποπτη, κατά τον Φουκώ και μάλλον κάτι είχε ψιλιαστεί. Ναι, γιατί ο λόγος εκρήγνυται όταν δεν βρίσκει πράξεις να τον υλοποιήσουν. Ώστε να γίνει άλλος λόγος, ανώτερος, και με τη σειρά του να υλοποιηθεί και να φέρει τον νέο. Αντίθετα κολλάει στο ίδιο σημείο, με το ίδιο περιεχόμενο. Έτσι, τίποτα δεν αλλάζει. Κάθε φορά που ένα παιδί θα σκοτώνεται από κάποιον που την είδε εξουσία, χιλιάδες λέξεις θα γράφονται. Οι ίδιες λέξεις για διαφορετικό παιδί. Γι αυτό και δεν αρκεί ούτε ο λόγος, ούτε οι φορές αντίδρασης. Ο λόγος θέλει πράξη και τη θέλει κάθε στιγμή και παντού. Στην οθόνη και στο δρόμο. Στον γείτονα και στον απέναντι. Στον εργοδότη και στο συνάδελφο. Στον φίλο και στον άγνωστο. Για τον εαυτό σου και για τον άλλον. Μίλα… Αν έχεις κάτι να πεις για το δίκαιο, για το ανθρώπινο, για το ωραίο, μίλα γαμώτο συνέχεια και πράττε όπως μιλάς, νοιάξου, τόλμησε, συγ-κινήσου…αλλά αν δεν το κάνεις μην βλέπεις φίδια μέσα στην τρύπα, όσο δεν τα βγάζεις, μέσα στην τρύπα είσαι κι εσύ…

γράφει η Μαριάνθη Πελεβάνη στο toperiodiko.gr